Σε αυτό το μάθημα θα μάθεις:
- να λες τι έγινε μόλις τώρα: I've just finished.
- να λες ότι κάτι έχει γίνει ήδη: I've already done it.
- να ρωτάς και να απαντάς με yet : Have you finished yet? Not yet. They haven't called yet.
- να βάζεις τις λέξεις στη σωστή θέση

«Μόλις τελείωσα!», «Το έχω κάνει ήδη», «Δεν μου έχουν απαντήσει ακόμα». Στα αγγλικά αυτές οι φράσεις θέλουν Present Perfect και τρεις μικρές λέξεις: just, already και yet. Σε αυτό το μάθημα αγγλικών μαθαίνεις τι σημαίνει η καθεμιά και πού μπαίνει στην πρόταση. Η Emma φτιάχνει μόνη της μουσακά για πρώτη φορά, η γιαγιά Ρούλα ελέγχει κάθε βήμα και ο Νίκος περιμένει νέα από τη συνέντευξη στην Αθήνα.
1. Η ιστορία: Ο μουσακάς της Emma
Κυριακή μεσημέρι στην κουζίνα της γιαγιάς. Η Emma μαγειρεύει, η γιαγιά επιβλέπει, ο Νίκος κοιτάζει το κινητό του κάθε δύο λεπτά.
2. Λεξιλόγιο
Πάτησε 🔊 για να ακούσεις κάθε λέξη. Η προφορά με ελληνικά γράμματα είναι κατά προσέγγιση: εμπιστέψου πάντα τον ήχο.
| Αγγλικά | Ελληνικά | Παράδειγμα | |
|---|---|---|---|
| just [τζαστ] | μόλις | I've just finished. Μόλις τελείωσα. | |
| already [ολρέντι] | ήδη, κιόλας | I've already done it. Το έχω κάνει ήδη. | |
| yet [γιετ] | ακόμα (άρνηση) / κιόλας, ήδη (ερώτηση) | Have you finished yet? Τελείωσες κιόλας; | |
| Not yet. [νοτ γιετ] | Όχι ακόμα. | Have they called? – Not yet. Πήραν τηλέφωνο; – Όχι ακόμα. | |
| still [στιλ] | ακόμα (συνεχίζεται) | I'm still waiting. Περιμένω ακόμα. | |
| reply [ριπλάι] | απαντάω (σε μήνυμα) | They haven't replied yet. Δεν έχουν απαντήσει ακόμα. | |
| check [τσεκ] | ελέγχω, κοιτάζω | I've checked my email. Έχω κοιτάξει το email μου. | |
| aubergine [όουμπερζιν] | μελιτζάνα (UK· US: eggplant) | Fry the aubergines. Τηγάνισε τις μελιτζάνες. | |
| fry [φράι] | τηγανίζω | I've already fried them. Τις έχω τηγανίσει ήδη. | |
| taste [τέιστ] | δοκιμάζω (φαγητό) | Taste it! Δοκίμασέ το! | |
| cinnamon [σίναμον] | κανέλα | Put some cinnamon in it. Βάλε λίγη κανέλα. | |
| stir [στερ] | ανακατεύω | Stir the sauce slowly. Ανακάτευε τη σάλτσα αργά. | |
| burn [μπερν] | καίγομαι, καίω | It's burning! Καίγεται! | |
| invite [ινβάιτ] | προσκαλώ | They've invited me to an interview. Με κάλεσαν σε συνέντευξη. | |
| online [ονλάιν] | διαδικτυακά, στο ίντερνετ | The interview is online. Η συνέντευξη είναι διαδικτυακά. | |
| lose → lost [λουζ → λοστ] | χάνω → έχω χάσει | I've lost my keys! Έχασα τα κλειδιά μου! | |
| finish [φίνις] | τελειώνω | Have you finished your homework? Τελείωσες τα μαθήματά σου; | |
| not bad [νοτ μπαντ] | καθόλου άσχημα | Mmm, not bad! Μμμ, καθόλου άσχημο! |
3. just, already, yet
just: μόλις
Κάτι έγινε πριν από λίγο. Μπαίνει ανάμεσα στο have/has και τη μετοχή:
- I've just finished the sauce. Μόλις τελείωσα τη σάλτσα.
- She's just arrived. Μόλις έφτασε.
- They've just invited me to an interview.
already: ήδη
Κάτι έγινε νωρίτερα απ' ό,τι περιμέναμε, ή το έχουμε κάνει και δεν χρειάζεται να το ξανακάνουμε. Μπαίνει κι αυτό ανάμεσα στο have/has και τη μετοχή:
- I've already fried them. Τις έχω τηγανίσει ήδη.
- We've already seen this film. Έχουμε δει ήδη αυτή την ταινία.
- Don't worry, I've already paid. Μην ανησυχείς, έχω πληρώσει ήδη.
yet: σε ερωτήσεις και αρνήσεις, στο τέλος
- Ερώτηση: yet = μέχρι τώρα, κιόλας: Have you finished yet? Τελείωσες κιόλας; Has Nikos called yet? Πήρε τηλέφωνο ο Νίκος;
- Άρνηση: not … yet = όχι ακόμα (αλλά περιμένουμε να γίνει): They haven't replied yet. Δεν έχουν απαντήσει ακόμα.
- Σύντομα: Not yet. Όχι ακόμα.
Το yet μπαίνει σχεδόν πάντα στο τέλος της πρότασης. ✗ I haven't yet finished… (αυτό είναι πολύ επίσημο). Λέμε I haven't finished yet.
Ο πίνακας της θέσης
| Λέξη | Πρόταση | Θέση |
|---|---|---|
| just | κατάφαση | have + just + μετοχή |
| already | κατάφαση | have + already + μετοχή |
| yet | ερώτηση, άρνηση | στο τέλος |
still: ακόμα (συνεχίζεται)
Το still είναι για κάτι που συνεχίζεται ακόμα και τώρα. Μπαίνει πριν από το κύριο ρήμα αλλά μετά το be:
- I'm still waiting. Περιμένω ακόμα.
- She still lives in Manchester. Μένει ακόμα στο Μάντσεστερ.
Σύγκρινε: She still hasn't called. (ακόμα δεν έχει πάρει, και εκνευρίζομαι) και She hasn't called yet. (δεν έχει πάρει ακόμα, ουδέτερο).
Present Perfect για αποτέλεσμα τώρα
Ο Present Perfect δείχνει κάτι που έγινε και έχει αποτέλεσμα τώρα:
- I've lost my keys. (δεν τα έχω τώρα)
- She's broken her leg. (έχει γύψο τώρα)
- Your phone has just made a noise. (κοίτα το!)
4. Ασκήσεις
Λύσε τις ασκήσεις με τη σειρά. Κάθε απάντηση διορθώνεται αμέσως και σου εξηγεί το γιατί. Με 70% και πάνω, το μάθημα σημειώνεται ως ολοκληρωμένο ✔ στην κεντρική σελίδα.
Α. Διάλεξε τη σωστή λέξη
Β. Συμπλήρωσε
Γ. Βάλε τις λέξεις στη σωστή σειρά
Δ. Αντιστοίχισε
Ε. Άκου και γράψε
ΣΤ. Μετάφρασε στα αγγλικά
5. Μίλα!
Άκου, επανάλαβε δυνατά και, αν η συσκευή σου το υποστηρίζει (π.χ. Chrome), πάτησε 🎤 για να ελέγξεις την προφορά σου.
Μόλις το τελείωσα. Δοκίμασέ το!
Τις έχω τηγανίσει ήδη.
Σου έχουν απαντήσει;
Όχι ακόμα. Ακόμα περιμένω.
Μόλις με κάλεσαν σε δεύτερη συνέντευξη!
6. Κάρτες λέξεων
Δες τη λέξη, θυμήσου τι σημαίνει και γύρισε την κάρτα. Οι λέξεις που ξεχνάς θα σου ξαναεμφανιστούν στην επανάληψη.
7. Εξασκήσου με AI (δωρεάν)
Αντίγραψε τις οδηγίες και επικόλλησέ τις σε μια νέα συνομιλία στο Claude ή στο ChatGPT. Το AI θα παίξει τον ρόλο και θα σε διορθώνει στα ελληνικά.
8. Σύνοψη
- just = μόλις: I've just finished.
- already = ήδη: I've already done it.
- yet σε ερώτηση και άρνηση, στο τέλος: Have you finished yet? They haven't replied yet. Not yet.
- still = ακόμα, συνεχίζεται: I'm still waiting.
- Αποτέλεσμα τώρα: I've lost my keys.
- Επόμενο μάθημα: I've been ή I went ; Present Perfect ή Past Simple.
Βρήκες λάθος ή κάτι δεν δουλεύει; Γράψε μας στα σχόλια και θα το διορθώσουμε.


