Σε αυτό το μάθημα θα μάθεις:
- να λες τι πρέπει να γίνει: You must be on time. I have to work on Saturday.
- να ξεχωρίζεις mustn't (απαγορεύεται) από don't have to (δεν χρειάζεται)
- να ρωτάς: Do I have to wear a tie?
- να λες τι έπρεπε να κάνεις: I had to get up at six.

«Πρέπει να φορέσεις πουκάμισο», «δεν χρειάζεται γραβάτα», «δεν πρέπει να αργήσεις». Τρεις φράσεις που στα ελληνικά μοιάζουν, αλλά στα αγγλικά είναι τρία διαφορετικά πράγματα: must , don't have to , mustn't . Σε αυτό το μάθημα αγγλικών μαθαίνεις τη διαφορά, που είναι από τις πιο σημαντικές του A2, και πώς λες «έπρεπε» στο παρελθόν. Ο Νίκος ετοιμάζεται για τη δεύτερη συνέντευξη, διαδικτυακά και στα αγγλικά, και η Emma τον προπονεί σαν αθλητή.
1. Η ιστορία: Η προπόνηση για τη συνέντευξη
Το βράδυ πριν από τη διαδικτυακή συνέντευξη. Ο Νίκος κάθεται μπροστά στο λάπτοπ. Η Emma κρατάει μια λίστα.
2. Λεξιλόγιο
Πάτησε 🔊 για να ακούσεις κάθε λέξη. Η προφορά με ελληνικά γράμματα είναι κατά προσέγγιση: εμπιστέψου πάντα τον ήχο.
| Αγγλικά | Ελληνικά | Παράδειγμα | |
|---|---|---|---|
| must [μαστ] | πρέπει | You must wear a shirt. Πρέπει να φορέσεις πουκάμισο. | |
| have to / has to [χαβ του / χαζ του] | πρέπει, είμαι υποχρεωμένος | She has to work on Saturday. Πρέπει να δουλέψει το Σάββατο. | |
| mustn't [μάσεντ] | δεν πρέπει, απαγορεύεται | You mustn't be late. Δεν πρέπει να αργήσεις. | |
| don't have to [ντόουντ χαβ του] | δεν χρειάζεται | You don't have to wear a tie. Δεν χρειάζεται να φορέσεις γραβάτα. | |
| had to [χαντ του] | έπρεπε, αναγκάστηκα | I had to get up at six. Έπρεπε να σηκωθώ στις έξι. | |
| suit [σουτ] | κοστούμι | Do I have to wear a suit? Πρέπει να φορέσω κοστούμι; | |
| tie [τάι] | γραβάτα | He's wearing a blue tie. Φοράει μια μπλε γραβάτα. | |
| shirt [σερτ] | πουκάμισο | Wear a nice shirt. Φόρεσε ένα ωραίο πουκάμισο. | |
| trousers [τράουζερζ] | παντελόνι (UK· US: pants) | These trousers are too long. Αυτό το παντελόνι είναι πολύ μακρύ. | |
| camera / microphone [κάμερα / μάικροφοουν] | κάμερα / μικρόφωνο | Check your camera and microphone. Έλεγξε την κάμερα και το μικρόφωνο. | |
| on time [ον τάιμ] | στην ώρα | Please be on time. Σε παρακαλώ να είσαι στην ώρα σου. | |
| smile [σμάιλ] | χαμογελάω, χαμόγελο | You have to smile. Πρέπει να χαμογελάς. | |
| honest [όνεστ] | ειλικρινής | Just be honest. Απλώς να είσαι ειλικρινής. | |
| rule [ρουλ] | κανόνας | Rule number one: don't be late! Κανόνας νούμερο ένα: μην αργείς! | |
| allowed [αλάουντ] | επιτρέπεται | Dogs are not allowed. Δεν επιτρέπονται σκύλοι. | |
| empty stomach [έμπτι στόμακ] | άδειο στομάχι | Don't drink coffee on an empty stomach. Μην πίνεις καφέ με άδειο στομάχι. | |
| Good point. [γκουντ πόιντ] | Σωστή παρατήρηση. Σωστό. | We need trousers? Good point. Χρειαζόμαστε παντελόνι; Σωστό. | |
| What else? [γουότ ελς] | Τι άλλο; | OK. What else? Εντάξει. Τι άλλο; |
3. must, have to, mustn't, don't have to
Υποχρέωση: must και have to
Και τα δύο σημαίνουν πρέπει. Μετά: βασικό ρήμα.
- You must wear a nice shirt.
- You have to check your camera.
Μικρή διαφορά: το must δείχνει συχνά ότι εγώ πιστεύω πως πρέπει (συμβουλή, δυνατή γνώμη): You must try Grandma's pie! Το have to δείχνει κανόνα ή υποχρέωση απ' έξω (δουλειά, νόμος, πρόγραμμα): I have to work on Saturdays. Στην καθημερινή γλώσσα λέμε πιο συχνά have to.
Το must δεν αλλάζει ποτέ: She must… ✗ She musts. Το have to αλλάζει: He has to go.
Η μεγάλη παγίδα: mustn't ή don't have to;
| Σημαίνει | Παράδειγμα | |
|---|---|---|
| mustn't | απαγορεύεται, είναι λάθος να το κάνεις | You mustn't be late. You mustn't smoke here. |
| don't have to | δεν χρειάζεται, αν θες το κάνεις | You don't have to wear a tie. It's Sunday. I don't have to get up early. |
Στα ελληνικά και τα δύο μπορεί να ακουστούν «δεν πρέπει». Σκέψου: mustn't = 🚫, don't have to = 🤷 (όπως θες).
Το mustn't προφέρεται «μάσεντ»: το πρώτο t δεν ακούγεται.
Ερωτήσεις: Do I have to…?
Το have to φτιάχνει ερώτηση και άρνηση με do / does, όπως ένα κανονικό ρήμα:
- Do I have to wear a suit? Πρέπει να φορέσω κοστούμι;
- Does she have to work tomorrow?
- What time do we have to be there?
Σύντομες απαντήσεις: Yes, you do. No, you don't. Η ερώτηση Must I…? υπάρχει, αλλά ακούγεται πολύ επίσημη.
Παρελθόν: had to
Το must δεν έχει παρελθόν. Για «έπρεπε» λέμε had to για όλα τα πρόσωπα:
- I had to get up at six. Έπρεπε να σηκωθώ στις έξι.
- He had to answer twenty questions.
- Did you have to wait? Χρειάστηκε να περιμένεις;
- We didn't have to pay. Δεν χρειάστηκε να πληρώσουμε.
Πινακίδες και κανόνες
- No smoking. = You mustn't smoke.
- No dogs allowed. = Dogs are not allowed.
- Staff only. Μόνο προσωπικό.
- Please switch off your phone. = You must switch off your phone.
- Free entry. = You don't have to pay.
4. Ασκήσεις
Λύσε τις ασκήσεις με τη σειρά. Κάθε απάντηση διορθώνεται αμέσως και σου εξηγεί το γιατί. Με 70% και πάνω, το μάθημα σημειώνεται ως ολοκληρωμένο ✔ στην κεντρική σελίδα.
Α. Διάλεξε τη σωστή λέξη
Β. Συμπλήρωσε
Γ. Βάλε τις λέξεις στη σωστή σειρά
Δ. Αντιστοίχισε
Ε. Άκου και γράψε
ΣΤ. Μετάφρασε στα αγγλικά
5. Μίλα!
Άκου, επανάλαβε δυνατά και, αν η συσκευή σου το υποστηρίζει (π.χ. Chrome), πάτησε 🎤 για να ελέγξεις την προφορά σου.
Δεν πρέπει να αργήσεις.
Πρέπει να φορέσω κοστούμι;
Όχι, δεν χρειάζεται κοστούμι. Αλλά πρέπει να φορέσεις ένα ωραίο πουκάμισο.
Έπρεπε να απαντήσει σε είκοσι ερωτήσεις!
Απλώς πρέπει να είσαι ειλικρινής.
6. Κάρτες λέξεων
Δες τη λέξη, θυμήσου τι σημαίνει και γύρισε την κάρτα. Οι λέξεις που ξεχνάς θα σου ξαναεμφανιστούν στην επανάληψη.
7. Εξασκήσου με AI (δωρεάν)
Αντίγραψε τις οδηγίες και επικόλλησέ τις σε μια νέα συνομιλία στο Claude ή στο ChatGPT. Το AI θα παίξει τον ρόλο και θα σε διορθώνει στα ελληνικά.
8. Σύνοψη
- Υποχρέωση: must (δική μου γνώμη) / have to , has to (κανόνας απ' έξω).
- mustn't = απαγορεύεται 🚫. don't have to = δεν χρειάζεται 🤷.
- Ερώτηση: Do I have to…? Does she have to…?
- Παρελθόν: had to , didn't have to , Did you have to…?
- Μετά το must: βασικό ρήμα χωρίς to: You must wear…
- Επόμενο μάθημα: στον γιατρό, και should για συμβουλές.
Βρήκες λάθος ή κάτι δεν δουλεύει; Γράψε μας στα σχόλια και θα το διορθώσουμε.


